Πρόκειται για το γνωστό σε όλη τη Ελλάδα μουσικό όργανο, λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος, με τέσσερα ζεύγη χορδές, παλαιότερα εντέρινες, σήμερα μεταλλικές, που κουρδίζονται κατά πέμπτες.
Συνοδεύει ρυθμικά και αρμονικά τη λύρα ή το βιολί, άλλοτε παίζοντας τους βασικούς φθόγγους της μελωδίας, άλλοτε προσφέροντας ένα απλό ή διπλό ισοκράτημα και άλλοτε παίρνοντας, για σύντομο διάστημα, τη μελωδία προκειμένου να ξεκουραστεί ο λυράρης ή ο βιολιστής.
Είναι το κυριότερο όργανο αρμονικής και ρυθμικής συνοδείας τόσο στην κομπανία της στεριανής Ελλάδας, όσο και στη νησιώτικη ζυγιά μαζί με το βιολί ή τη λύρα.
Παλαιότερα παιζόταν και ως μελωδικό σόλο όργανο, παράδοση που διατηρείται στην Κρήτη από τους πριμαδόρους λαουτιέρηδες.
Ένα από τα παλαιότερα έγχορδα όργανα, με ηλικία περίπου 4.000 ετών, πρόδρομος της κιθάρας και του βιολιού. Στην πρώτη του μορφή αποτελούνταν από ένα κλαδί λυγισμένο σαν τόξο πάνω στο οποίο τεντώνονταν πολλές εντέρινες χορδές. Στην Ευρώπη διαδόθηκε από τους Μαυριτανούς κατακτητές της Ισπανίας, που το είχαν πάρει από τους Άραβες, ενώ τον 11ο αι. το φέρνουν και οι σταυροφόροι από τους Αγίους Τόπους. Μέχρι τα τέλη του 13ου αι. υφίσταται σημαντικές αλλαγές και ο αριθμός των χορδών του ποικίλλει από 4 ζεύγη έως 13 ζεύγη.
Είναι το κυριότερο όργανο αρμονικής και ρυθμικής συνοδείας τόσο στην κομπανία της στεριανής Ελλάδας, όσο και στη νησιώτικη ζυγιά μαζί με το βιολί ή τη λύρα.
Παλαιότερα παιζόταν και ως μελωδικό σόλο όργανο, παράδοση που διατηρείται στην Κρήτη από τους πριμαδόρους λαουτιέρηδες.
Ένα από τα παλαιότερα έγχορδα όργανα, με ηλικία περίπου 4.000 ετών, πρόδρομος της κιθάρας και του βιολιού. Στην πρώτη του μορφή αποτελούνταν από ένα κλαδί λυγισμένο σαν τόξο πάνω στο οποίο τεντώνονταν πολλές εντέρινες χορδές. Στην Ευρώπη διαδόθηκε από τους Μαυριτανούς κατακτητές της Ισπανίας, που το είχαν πάρει από τους Άραβες, ενώ τον 11ο αι. το φέρνουν και οι σταυροφόροι από τους Αγίους Τόπους. Μέχρι τα τέλη του 13ου αι. υφίσταται σημαντικές αλλαγές και ο αριθμός των χορδών του ποικίλλει από 4 ζεύγη έως 13 ζεύγη.